ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου
Καλοκαίρι

Καλοκαίρι, της Κικής Δημουλά

Το καλοκαίρι αυτό

μπήκε σα ζωγραφιά μικρού παιδιού,

που πρώτη του φορά σκηνοθετεί

τοπία και εποχές.

Κι ένα ποίημα για το καλοκαίρι, του Τίτου Πατρίκιου

Τίποτα πια.

Μονάχα η θάλασσα σφυρίζοντας.

Ένα μεγάλο κοχύλι

στο στόμα του ορίζοντα.

Φωνή απ' τη θάλασσα, του Κωνσταντίνου Καβάφη

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή - φωνή που μπαίνει

μες στην καρδιά μας και την συγκινεί

και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει

τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,

ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.

Άρνηση, του Γιώργου Σεφέρη

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Mε τί καρδιά, με τί πνοή,
τι πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

 

Στις θαλασσινές τις στράτες, του Μάνου Ελευθερίου

Στις θαλασσινές τις στράτες

γίνονται τα θαύματα

γίνονται τα πάνω κάτω

στα χρυσά χαλάσματα.

 

Οι ροδιές αντί για ρόδια

βγάζουν άστρα και πουλιά

κι οι πορτοκαλιές, κεράσια

κι οι μυγδαλιές, φιλιά.

 

Τα νερά είναι μαγεμένα

από νύχτες μάγισσες

κι ο μελαχρινός αέρας

σου φωνάζει: Άργησες!

 

Πήγαινε με εκεί, Χριστέ μου,

Θε μου παντοδύναμε,

γιατί εδώ σ' αυτό τον κόσμο

κακό δρόμο πήραμε.

 

Σώμα του καλοκαιριού, του Οδυσσέα Ελύτη

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών

Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου

Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος

Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

 

III

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο

Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα

Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε

Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

 

IV

Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά

Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν' ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά

Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

 

 

V

 

Ποιο μπουμπούκι ακόμη ανέραστο απειλεί τη μέλισσα
Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά

Η στεριά σκαμπανεβάζει

Στον αφρό των χόρτων οι μουριές ανοίγουν τα πανιά

Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο πρώτο.

Ω να σπάσουν οι πέτρες να λυγίσουνε τα θυμωμένα σίδερα
Ο αφρός να φτάσει ως την καρδιά ζαλίζοντας τα θεριεμένα μάτια
Η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο
Κι από τη ρίζα του να ορμήσουν άνεμοι γιορτής
Εκεί να γείρουμε το μέτωπο
Τ' αστραφτερά μας πράγματα να 'ναι κοντά
Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου
Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας
Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.

 

VI

Χτυπήσανε τη μέρα σε καλή μεριά

Ξύπνησε το νερό μέσα στο χώμα

Κρύα φωνή νεογέννητη

Που σμίγει από μακριά τη γειτονιά των βρύων.

Με χάδι από λιοτρόπι δε φοβάται
Το περιβόλι μήπως βγει στην άβυσσο
Χέρι με χέρι παν οι ερωτευμένοι
Όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου.

Υγεία ηχώ φοράδα
Πέταλο και φτερό πλαγίας
Σύννεφο και χορτάρι αθέριστο
Γλαυκές οργιές ανέμου.

Λοξά τ' ανήλικα πουλιά
Παν να σημάνουν άνοιξη στα σύννεφα
Κι όσα η χαρά ποτές δεν ονομάτισε
Τώρα διψούν την ευτυχία του κόσμου.

Δίψα του κόσμου η αντρική στολή σου πάει
Θα πας να βρεις τη θηλυκή σου κοίτη
Αναποδογυρίζοντας ένα λιβάδι
Έναστρο που του φύγαν οι ανεμώνες.

 

VII

Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι

Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα

Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό

Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε

Στάχυα ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

Με χείλια μπρούντζινα κορμιά γυμνά
Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου
Εε! εε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες
Στο λάδι της κατηφοριάς τ' αλόγατα βουλιάζουν
Τ' αλόγατα ονειρεύονται

Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες
Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί
Στους λόφους των λιγνών δέντρων που ζεματάν τ' αυτιά τους
Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις
καβαλίνες τους.

Πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει
Απ' τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο
Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά
Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσκοϊτιά!

 

VIII

Έζησα τ' όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς

Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια
Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη
Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια
Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή
Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.

Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου
Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή
Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο
Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι
Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ' ουρανού.

Ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου

Από νωρίς είμαι στο πρωινό σου στόμα
Στην κορυφήν όπου προβάλλ' η αγάπη σου
Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ' άστρα
Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη γη.

Σπέρνω στους κάμπους της ζωής χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στο τίμιο αγέρι
Ωραία γερά παιδιά που αχνίζουν καλοσύνη
Και ξέρουν ν' ατενίζουν τους βαθιούς ορίζοντες
Όταν η μουσική ανεβάζει τα νησιά.
Χάραξα τ' όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

 

ΙΧ

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
Το χέρι σου έφευγε με το νερό

Να στρώσει νυφικό το πέλαγος
Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό.

Άγγελοι μ' έντεκα σπαθιά
Πλέανε πλάι στ' όνομά σου
Σκίζοντας τ' ανθισμένα κύματα
Κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά

Σ' απανωτές σπιλιάδες γραίγου.

Μ' άσπρα τριανταφυλλαγκάθια
Έραβες φιόγκους προσμονής

Για τα μαλλιά των λόφων της αγάπης σου
Έλεγες: Η χτενίστρα του φωτός

Είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.

Κλέφτρα σαΐτα σκάνταλο του γέλιου
Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας

Μέσ' απ' τα δέντρα πείραζες τις ρίζες
Άνοιγες τα χωνάκια του νερού

Ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.

Ή πάλι νύχτα μ' άσωτα βιολιά
Μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους
Κρυφομιλούσες με μια μάγισσα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
Που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.

Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι.

 

Χ

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
Ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες
Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
Αδερφάκι του σύννεφου!

Κοντά σου είδες ν' ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο
Άκουσες να σφυρίζει ένα καλάμι
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες
Τα πιο χρωματιστά

Βαθιά-βαθιά ο αστείος περίπατος του σπάρου
Ψηλά-ψηλά της εκκλησίτσας το καπέλο
Και πέρα-πέρα ένα βαπόρι με φουγάρα κόκκινα.

Είδες το κύμα των φυτών όπου έπαιρνεν η πάχνη

Το πρωινό λουτρό της το φύλλο της φραγκοσυκιάς

Το γεφυράκι στη στροφή του δρόμου
Αλλά και τ' αγριοχαμόγελο

Σε μεγάλους χτύπους δέντρων

Σε μεγάλα λιοστάσια παντρειάς
Εκεί που στάζουν από τα ζουμπούλια δάκρυα
Εκεί που ανοίγει ο αχινός τους γρίφους του νερού
Εκεί που τ' άστρα προμηνούν τη θύελλα.

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο
Παντελονάκι αέρινο
Στήθος του βράχου κρίνο του νερού
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου!

 

 

Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού, του Γιάννη Ρίτσου

XXX

“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,

τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,

σκοινιά, καράβια και φανάρια,

γλάροι, καθρέφτες και καρποί-

τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.

 

Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,

μύρια ποτήρια του νερού

φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα

στο περιγιάλι αστράφτουνε.

 

Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,

κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

 

XXXIX

“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,

κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,

το φλουρί, το κεχριμπάρι

παίζει στο λαιμό σου,

παίζει στα δυο σου χέρια

και στο κούτελό σου.

 

Κι όλο κοσκινίζεις

και ψωμί δε φτιάχνεις.

Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;

Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου

και τα πρόβατά σου;

 

Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός

σα γαλάζιος σκύλος

κάθεται στα πισινά του

και σαλεύει την ουρά του,

και του ρίχνεις μια ματιά

στα πεταχτά

και χορταίνει, – πώς χορταίνει

τέτοιος σκύλος;

 

Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά

και στη ράχη ο άσπρος μύλος.

 

Και προτού το δείλι γείρει

έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες

και κουλούρες του χορού

για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού

για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”

 

Να σ’ αγναντεύω θάλασσα, του Κώστα Βάρναλη

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
[…]

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

 

Μαγική εικόνα, του Θωμά Γκόρπα

Αύγουστος Κυριακή, η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος δροσιά πεύκα φαί κρασί κι αγάπη.
Στο πικάπ
έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Και κανείς δεν είπε ν’αλλάξει ο δίσκος…

Εκεί είναι, του Γιώργου Βέη

Για τα καλοκαίρια που έρχονται
για όσα μας υπόσχονται από τώρα
και μας φτιάχνουν τη μέρα
δεν χρειάζεται να περιμένουμε
ας κοιταχτούμε μόνο στα μάτια
όχι βιαστικά κι επιπόλαια
όπως συνήθως συμβαίνει
μ’ εκείνη την ευπρέπεια της συνήθειας
και της παρακμής αυτών των καιρών
αλλά, κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου
απερίσπαστοι, με αφοσίωση επιτέλους
ας μείνουμε βαθιά μέσα
στο βλέμμα το συντροφικό
γιατί απλούστατα εκεί
με υπομονή
με πίστη ακλόνητη
μας περιμένουν όλα τα καλοκαίρια
από δω και πέρα.

(Ιάβα, 12 Ιουλίου 2019)

Τι είπε ο τζίτζικας, της Κλεοπάτρας Λυμπέρη

Μες στο κορμάκι αυτό, φτιάχνω σονέτα, μαδριγάλια,
μπαλάντες, με τις φωνές και τις ζωές των τζιτζικιών
(ξεπατικώνοντας τις τεχνικές των τροβαδούρων
κάνω υψηλή τέχνη – αναμφιβόλως) τα φτερωτά μου
γέλια γίνονται η ωραιότερη ανατολή.
Φθόγγο τον φθόγγο βουλιάζω στο αυτί
σαν μουσικός με το λοφίο του Αυγούστου
στο καλοκαίρι σας αφήνω την ομορφιά
του εφήμερου, να σας ταράζει.
Κι όμως, όταν πεθάνω, δεν θα ’μαι άδειο
κέλυφος – το σπίτι μου μέσα σας θα μένει
από ψυχή κι από ποιήματα γεμάτο.

Στοιβαγμένος ένας ήλιος, του Μάριου Μιχαηλίδη

Στοιβαγμένος ένας ήλιος σινιάλα
Και τα χέρια μου αφημένα στη
Βάρκα του μεσημεριού
Ψαρεύουν τη ρέμβη της θάλασσας

Όμως δεν είναι να μετράς τις
Πτυχές του ανέμου ως το άλλο καλοκαίρι

Θα κλάψω σαν θα φεύγεις με
Τα πουλιά του μεσαυγούστου
Για την άλλη εποχή

Απόγευμα καλοκαιριού, του Γιώργου Μπλάνα

Παίρνουν φωτιά οι θάμνοι και οι πάπιες
πίσω απ’ τους θάμνους είναι ήμερος χαλκός.
Κάτι ορθογώνιο σκέφτεται πάνω στην στέγη το παγόνι.
Μαζεύεται, για μια στιγμή, σταθμίζει τη βαρύτητα
των εγκωμίων που ακροβατούν
στ’ ανήλικα μουστάκια των γατιών
κι ύστερα εισβάλλει, άργυρος
αρχαίος, στην πευκόφυτη χώρα των τριζονιών.
Γέρνει ο ήλιος. Ένα κατάλευκο γατί
δίπλα σε μια τριανταφυλλιά,
σημαίνει: ένα κατάλευκο γατί
δίπλα σε μια τριανταφυλλιά.

Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καρούζος Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα... Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. [Πηγή: www.doctv.gr]
Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καρούζος Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα... Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. [Πηγή: www.doctv.gr]
 
Θερινό ηλιοστάσιο

Γιώργος Σεφέρης

Τετράδιο Γυμνασμάτων

(1928 ‒ 1937)

Ο κ. Στράτης Θαλασσινός:
πέντε ποιήματα του κ. Σ. Θαλασσινού

Δ΄. Φωτιές του αϊ-Γιάννη

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει

δεν μπορεί να γίνει τίποτε.

Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.


Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις

βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη

τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,

μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο

της μοναξιάς και της σιωπής

κι ας ανάβουν οι φωτιές.


Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη

την ώρα που κόπηκε ο καιρός

εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου

πρέπει να τον εύρεις πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο

κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.


Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)

και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).


Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο

το βράδυ που έπεσε η γαλήνη

άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής

μέσα στο κορμί σου

τη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννη

όταν έσβησαν όλες οι φωτιές

και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.

Λονδίνο, Ιούλιος 1932

Συμφωνικό ποίημα «Νύχτα στο φαλακρό βουνό» του Μοντέστ Μουσόργκσκι (1839-1881), κορυφαίου εκπροσώπου της ρώσικης εθνικής σχολής στη ρομαντική περίοδο.

Το έργο είναι εμπνευσμένο από το διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ «Την παραμονή του Ιβάν Κούπαλα» και βασίζεται σ’ ένα ρώσικο θρύλο. Το διήγημα αναφέρεται σ’ έναν χωρικό που είναι αυτόπτης μάρτυρας ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Φαλακρό Βουνό (Λίσα Χόρα) στο Κίεβο.

Η προγραμματική βάση του έργου από τον Μουσόργκσκι είναι:
Θορυβώδεις υπερφυσικές φωνές. Εμφάνιση των Πνευμάτων του Σκότους και του Θεού Τσέρνομπογκ. Μαύρη Λειτουργία. Γιορτή των Μαγισσών, που ωστόσο διακόπτεται από την παρουσία του Θείου, τους ήχους μιας μακρινής καμπάνας της εκκλησίας του χωριού. Τα Πνεύματα εξαφανίζονται. Ξημερώνει.
Οι πρώτες ιδέες για τη σύνθεση του έργου κατέβηκαν στο μυαλό του Μουσόργκσκι το 1860, σε ηλικία 21 ετών. Ήθελε να γράψει μια όπερα με βάση το διήγημα του Γκόγκολ «Την παραμονή του Ιβάν Κούπαλα». Το διήγημα αναφέρεται σ' ένα χωρικό, που είναι αυτόπτης μάρτυς ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/183

© SanSimera.gr
Οι πρώτες ιδέες για τη σύνθεση του έργου κατέβηκαν στο μυαλό του Μουσόργκσκι το 1860, σε ηλικία 21 ετών. Ήθελε να γράψει μια όπερα με βάση το διήγημα του Γκόγκολ «Την παραμονή του Ιβάν Κούπαλα». Το διήγημα αναφέρεται σ' ένα χωρικό, που είναι αυτόπτης μάρτυς ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/183

© SanSimera.gr
Οι πρώτες ιδέες για τη σύνθεση του έργου κατέβηκαν στο μυαλό του Μουσόργκσκι το 1860, σε ηλικία 21 ετών. Ήθελε να γράψει μια όπερα με βάση το διήγημα του Γκόγκολ «Την παραμονή του Ιβάν Κούπαλα». Το διήγημα αναφέρεται σ' ένα χωρικό, που είναι αυτόπτης μάρτυς ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/183

© SanSimera.gr

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι 
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά 
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/56

© SanSimera.gr

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι 
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά 
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/56

© SanSimera.gr
 
Ένα δάκρυ για τον μπαρμπα-Τζίμη

Ένα δάκρυ για τον μπάρμπα-Τζίμη

Η αλήθεια πως ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας. Κάποιοι μας κάτω από τα είκοσι. Κάποιοι πιο πάνω. Αυτός σαρανταδυό! Από σεβασμό κι αγάπη τον εφωνάζαμε μπάρμπα, κι από ασυλλογισιά! Εγώ τότε νόμιζα πως χρειάζονταν τρεις αιώνες να φτάσω τα σαρανταδυό, που μου φαινότανε πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο θα νομίζανε κι οι άλλοι και κάναμε μπάρμπα τον Δημήτρη τον Ντεμίρη, πριν την ώρα του, κι ας μας έλεγε στην αρχή «μα γιατί δεν με φωνάζετε σκέτα Τζίμη ή Δημήτρη;...»

Βέβαια, εξόν την ηλικία του, ήταν κι ο παλιότερος στην Αμερική. Εμείς οι άλλοι φρεσκοφερμένοι. Μυρίζαμε θυμάρι ακόμα, ξενάκια! Ξενάκια, και τόσο θέλαμε κάποιον, κάτι σαν πατέρα, σαν μεγάλο αδερφό, σαν θείο, και υιοθετήσαμε για κάτι τέτοιο τον μπαρμπα-Τζίμη,

γιατί τον αγαπούσαμε. Όλοι μας τον αγαπούσαμε. Μα εγώ τον αγαπούσα απ' όλους πιο πολύ!

Ήταν γιατί μου φαινόταν ήρωας ο μπαρμπα-Τζίμης, που ήρθε στην Αμερική τον χρόνο που εγώ γεννήθηκα, κι όταν εγώ άρχισα να λέω ντα-ντα-ντα και μα-μα-μα, αυτός άρχισε να μιλάει τ' αγγλικά και τώρα όποια λέξη ήθελες, την ήξερε! Κι ακόμα σπουδαιότερο κι ηρωικό μού φαινότανε που στον πόλεμο - στον πρώτο μεγάλο πόλεμο - αυτός ήταν με τον αμερικάνικο στρατό και λαβώθηκε στη Γαλλία και πήρε και παράσημα. Είδα και φωτογραφίες του με στολή αξιωματικού και γαλόνια. Κι ήταν κι Αμερικανός πολίτης και ψήφιζε ο μπαρμπα-Τζίμης, σαν ήτανε να βγάλουν πρόεδρο της Αμερικής, ψήφιζε! Όλ' αυτά μου φαινόντανε τόσο σπουδαία τότε, τόσο ηρωικά...

«Μπαρμπα-Τζΐμη, το ξέρεις πως ακόμα δεν μας είπες την ιστορία, πώς τα πήρες τα γαλόνια και τα παράσημα, τότε που λαβώθηκες στη Γαλλία, στη Φλάντρα; Νιώθω τέτοια περηφάνια για σένα, μια τέτοια περηφάνια!...»

Με κάρφωσε με τη ματιά του.

«Νίτσα, παιδί μου, εγώ δεν είμαι της ηλικίας σου και δε νιώθω περηφάνια. Γιατί κατάλαβα πως ο πόλεμος δε λύνει κανένα πρόβλημα, και σαν τελειώνει, μαζί με τη φοβερή καταστροφή και την ορφάνια, αφήνει και τον σπόρο για νέο πόλεμο, μεγαλύτερο απ' τον προηγούμενο. Ναι, δε νιώθω και τόση περηφάνια για κείνα τα παράσημά μου, μα έκαμα κι εγώ κάτι στη ζωή μου...»

Και νομίσαμε πως θα 'ταν καμιά ιστορία ηρωική για παλέματα με μπούφαλους και φίδια δέκα πήχες, εκεί στα δάση του Όρεγκον που έκοβε ξυλεία τα πρώτα χρόνια που ήρθε στην Αμερική, είτε με φάλαινες και μέδουσες στους πάγους της Αλάσκας, όπου δούλεψε ένα χρόνο με τα ψα­ράδικα ο μπαρμπα-Τζίμης.

Πες μας, μπαρμπα-Τζίμη, πες μας αυτή την ιστορία σου!...»

«Ήταν μετά που γυρίσαμε απ' τον πόλεμο. Η κατάσταση άσκημη, όπως πάντα μετά από κάθε πόλεμο. Έπιασα δουλειά δεύτερος μάγειρας.

Την εποχή εκείνη στα ρέστοραν και τα ξενοδοχεία δουλεύαμε δώδεκα ώρες τη ημέρα, κι εφτά μέρες τη βδομάδα. Αν δε δούλεψες στην Αμερική, μέσα σε κουζίνα, δώδεκα ώρες την ημέρα κι εφτά μέρες τη βδομάδα, τότε τι θα πει κόλαση δεν έχεις ιδέα. Φεύγει πάνωθέ σου κάθε ζωή και νιώθεις φορτίο το κορμί σου. Και σαν σκολάσεις, πού να κοιμηθείς απ' τα ταραγμένα νεύρα. Ακούς ακόμα τον σερβιτόρο να ξεφωνίζει τις παραγγελίες, μαλώνεις με τον πιατά, τον σαλατά, τον παραμάγερα! Οι πελάτες στέλνουν πίσω τις παραγγελίες — πολύ ωμή η μπριζόλα, πολύ ξεροψημένο το μπιφτέκι! — και, προτού ξεκουραστείς, στριγκλίζει το ξυπνητήρι!

Όταν, κάποιος δικός μας, που δούλευε αυτός σ' αμερικάνικο ρέστοραν μονάχα οχτώ ώρες την ημέρα κι έξι μέρες τη βδομάδα κι έπαιρνε μισθό μεγαλύτερο απ' τον δικό μας, σκορπάει ένα ευαγγέλιο!

- Δεν μας τα δώσανε, παλέψαμε και τα πήραμε! Να οργανωθείτε κι εσείς στα γρεκικά μαγαζιά και ν' απαιτήσετε να δουλεύετε σαν άνθρωποι!

Τότες εγώ — αρχές του είκοσι — δούλευα σ' εκείνο το μεγάλο ρέστοραν, αντίκρυ στο δημαρχείο, που το 'χε ένας συγχωριανός μου. Δεν δέχτηκε μήτε να το ακούσει.

- Είστε στα καλά σας; Οχτάωρο κι έξι μέρες τη βδομάδα και μισθό μεγαλύτερο!... Μα δε θα 'στε καλά!

Αποφασίσαμε ν' απεργήσουμε. Μεσημέρι αρχίσαμε. Και πάνω στη μεγάλη φούρια, που πέφτανε απ' το δημαρχείο οι υπάλληλοι κι ήταν κάργα το μαγαζί — δώδεκα και τέταρτο ακριβώς - μαγέροι,  πιατάδες, σερβιτόροι, σαλατάδες, τηγανάδες, πετάμε όλοι τις ποδιές!

- Αμάν, βρε παιδιά!... να με καταστρέψετε γυρεύετε, εμένα, τον συμπατριώτη σας, που σας έδωσα δουλειά να ζήσετε; Βρε Δημήτρη, καίγονται τα κρέατα! Αμαρτία μεγάλη,  Δημήτρη!...

- Κι εγώ που καίγομαι πάνω απ' τις σκάρες και τα τηγάνια, δώδεκα ώρες την ημέρα, δεν είναι αμαρτία, αφεντικό;

Υπόγραψε αμέσως. Μια ώρα μονάχα βάσταξε η απεργία στο μαγαζί αυτό. Και γίναμε φίλοι ύστερα και μας έλεγε πως τα κέρδη του δεν πέσανε κι ας δουλεύαμε λιγότερες ώρες κι ας πλήρωνε και μεγαλύτερα μισθά τώρα, κι απορούσε.

Μα βέβαια. Τώρα αναπαυόντανε τα κορμιά μας και δουλεύαμε και με κέφι, με καρδιά, και βγάζαμε περσότερη και καλύτερη δουλειά.

Όμως ήταν και μαγαζιά που δε δέχτηκαν τα αιτήματα και βάσταξε σε μερικά εφτά μήνες η απεργία!

Να βρίσκεσαι σ' απεργία εφτά μήνες δεν είναι εύκολο!... Όσοι δουλεύαμε σε μαγαζιά που υπόγραψαν, συντηρούσαμε τους απεργούς κι είχαμε και περισσευάμενη ώρα να 'μαστε δίπλα τους να τους δίνουμε θάρρος. Μα είχαν πια χάσει το ηθικό τους κι ήταν έτοιμοι να υποταχτούν, όταν σκεφτήκαμε ν' αποταθούμε στην πελατεία και σοφιστήκαμε να πάρουμε ένα πουλάρι, να το φορτώσουμε δυο πελώριες ταμπέλες με γράμματα ένα μπόι[2] μεγάλα, αγγλικά, που έλεγαν:

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕΙ 8 ΩΡΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ.
ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ».
ΜΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΑΥΤΟ ΑΝΑΓΚΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ 12.

Το πήραμε απ' το καπίστρι και πήγαμε μπρος σε κείνο το μεγάλο, το αριστοκρατικό ρέστοραν, στο Μάρκετ στρητ, και κόβαμε βόλτες μπρος στην πόρτα. Αν υπόγραφε αυτό, τότε θα υπογράφανε και τ' άλλα μαγαζιά, τα μικρά και θα κερδιζόταν η απεργία.

Ήταν το πιο κεντρικό σημείο της πόλης! Σε λίγο μαζεύτηκε μεγάλο πλήθος. Πελάτης δεν μπαίνει στο μαγαζί.

Κι ο ρεστοραντιέρης βλέπει από μέσα κατατρομαγμένος και καταλαβαίνει πως για να διαλυθεί το πλήθος πρέπει να υπο­γράψει!

Υπόγραψε κι ακολούθησαν και τα μικρά αμέσως και γιορτάστηκε η νίκη μας μεγαλόπρεπα, μα 'γω δεν πήρα

μέρος, γιατί βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Με παραφύλαξαν και με σακάτεψαν στο ξύλο, επειδή εγώ μίλησα και κατάφερα τον σέριφ να δώσει άδεια να περιφέρουμε το πουλάρι στο Μάρκετ στρητ.

Και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και μας έδειξε ο μπαρμπα-Τζίμης μια ουλή στο σβέρκο του με περηφάνια! «Να, τότε πήρα κι αυτό εδώ». Και θαρρείς πως μας έδειχνε κανα παράσημο!

«Νίτσα, παιδί μου, νιώθω περηφάνια γιατί, όταν το κάλεσε η στιγμή, έκανα το χρέος μου απέναντι στους συναδέλφους μου και βοήθησα να γίνει ευκολότερη και καλύτερη η ζωή μας, κι αυτό είναι σαν να 'βαλα κι εγώ ένα λιθαράκι στο χτίσιμο καλύτερης κοινωνίας!... Αν χάναμε τότε εκείνη την απεργία, ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα περνούσαν όσο να ξαναβρούμε κουράγιο να ξαναπολεμήσουμε για τα δίκια μας!.. Και γίναμε και παράδειγμα! Αμέσως σηκώθηκαν κι απαιτούσαν οχτάωρο και στ' άλλα μέρη της Αμερικής οι γρεκοί μαγεροσερβιτόροι! Στο Λος Άντζελες, στο Σικάγο, στη Νέα Υόρκη!..

Κι έτσι τώρα έχουμε καιρό να λιαστούμε και μεις μια φορά τη βδομάδα και να δούμε και τις ομορφιές της φύσης. Έχουμε και ώρα, και το έξοδο, για ένα κονσέρτο, ένα θέατρο, ένα βιβλίο, ένα περιοδικό!.. Κι όλ' αυτά δίνουν χαρά στον άνθρωπο, και τον κάνουν και καλύτερο, και καλυτερεύει η κοινωνία, καλυτερεύει η ζωή!.. Έχουμε τώρα και μια πεντάρα παραπάνου να στείλουμε στους δικούς μας, κι έχουμε και περισσότερη ώρα για ένα γράμμα στη μάνα μας που το καρτερεί να χαρεί κι αυτή!.. Και ωφελήθηκες και συ, Νίτσα! Πού θα βρίσκαμε καιρό να σε πηγαίναμε να δεις τους κάμπους και τ` ακρογιάλια της Καλιφόρνιας άμα δουλεύαμε ακόμα όπως κείνο τον καιρό… Κατάλαβες, Νίτσα, γιατί νιώθω περηφάνια για ό,τι έκαμα τότε;...»

Κατάλαβα, κατάλαβα, είπα, αλλά μέσα μου έλεγα, «κοτζάμ αξιωματικός κι έκατσε και τονε δείρανε και το λέει και δίχως ντροπή!» Μα να τον αντάμωνα σήμερα θα του 'λεγα: «Ναι μπαρμπα-Τζίμη, καταλαβαίνω τώρα, καταλαβαίνω, και είμαι πολύ υπερήφανη που κάποτε σε γνώρισα»! Έτσι θα του 'λεγα!

Μα μπορεί και να μη ζει τώρα, μπορεί να 'κλεισε πια τα μάτια του τα θλιμμένα!.. Και θα τόνε βάλανε στης ξένης γης την αγκαλιά, άκλαυτον κι αμοιρολόγητο, όπως τόσους άκλαυτους κι  αμοιρολόγητους σκέπασε τούτο το χώμα της ξενιτιάς!..

Θεανώ Παπάζογλου-Μάργαρη

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ για την Ε’ δημοτικού Β΄ ΜΕΡΟΣ, Ο.Ε.Δ.Β., σελίδες 91 – 104.

 
Πρωτομαγιά

Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίππη, η πείνα, οι λύκοι,

Ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.

Χειμώνας άγριος. Κ` η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.

Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.

 

Κωστής Παλαμάς, Ανθολογία, Συλλογή Γ.Κ. Κατσίμπαλη – Α. Καραντώνη,  Εστία, Αθήνα, σ. 387.