Το μηχάνημα

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ένα ηλιόλουστο πρωί ο Γιάννης ο καφετζής, καθώς ετοίμαζε τους φραπέδες που είχαν παραγγείλει οι πελάτες του, είδε ένα μεγαλούτσικο φορτηγό. Αναρωτιόταν τι να είχε μέσα. 'Εκπληκτος όμως είδε το χειρότερο εχθρό του. Ήταν το μηχάνημα που φτιαχνει καφέδες και αναψυκτικά με ένα μόνο πάτημα του κουμπιού.

Το μηχάνημα τον κοιτούσε με το κίτρινο λαμπάκι και η σχισμή στην οποία έβαζες τα δίφραγκα ήταν σαν να έλεγε: "Τελείωσες". Ο Γιάννης γούρλωσε τα μάτια. Αφού πέρασε το μηχάνημα από μπροστά του είπε: "Αυτό σημαίνει πόλεμο". Αμέσως έσπευσε να ανέβει τα σκαλιά. Μα η προσπάθεια ήταν μάταιη. Τον πρόλαβε το μηχάνημα. Είχε ήδη δώσει τα αναψυκτικά στους υπαλλήλους. Ο Γιάννης έτρεξε να πάρει παραγγελίες, μα κανείς δεν τον χρειαζόταν πια. Η δουλειά του είχε λιγοστέψει, έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να το εξοντώσει. Όμως δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό, αλλά τελικά βρήκε τη λύση. Όταν δεν πήγαινε κανείς στο μηχάνημα, τσαλάκωνε χαρτάκια και τα έκανε μπαλάκια, ώσπου βούλωνε η τρύπα όπου έριχναν τα δίφραγκα. Έτσι το μηχάνημα δεν λειτουργούσε. [...]

Την άλλη μέρα τον βρήκαν και τον συνέφεραν. Το μηχάνημα είχε νικήσει.

Αφού ο Γιάννης δεν μπορούσε να νικήσει το μηχάνημα, έγινε φίλος του. Πήγε και αγόρασε το μηχάνημα. Έτσι και δεν κουραζόταν και είχε πολλά κέρδη.

Νίκος

 

Καθώς έπαιρνε το εργαλείο για να καταστρέψει το μηχάνημα, άκουσε έναν περίεργο θόρυβο που τον φόβισε. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε όλα οτυ τα εργαλεία και κρύφτηκε.

- Μα καλά! Τι ήταν αυτό; είπε. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή. Ήταν η καθαρίστρια που την έλεγαν Σοφία.

- Ααααα! Τι έγινε; Ποιος πείραξε το μηχάνημα; Πω πω, και πώς θα το φτιάξω τώρα, δεν έχω ιδέα.

Ο καφετζής άρχισε να φεύγει σιγά σιγά. Να όμως που του έπεσαν τα εργαλεία κι έτσι η κ. Σοφία τον άκουσε.

- Αχα! Σε τσάκωσα. Καλά το κατάλαβα. Θέλεις να καταστρέψεις το μηχάνημα. [...]

Παντελία

 

[...] Ξαφνικά βλέπει το μηχάνημα να έρχεται προς αυτόν λέγοντας: "Αύριο θα χάσεις τη δουλειά σου! Χα χα χα! Φτιάχνω πιο γρήγορα τους καφέδες. Ο Γιάννης πετάχτηκε από τον καναπέ. Τρομαγμένος καθ'ως ήταν, πήρε τα κλειδιά του γραφείου και κατευθύνθηκε προς αυτό. Μόλις μπήκε μέσα, πήρε μια καρέκλα και την πέταξε πάνω αστο μηχάνημα καταστρέφοντάς το.

- Χα, είπε ο Γιάννης, τώρα θα δούμε ποιος από τους δυο μας θα φυγεί αύριο.

Την επόμενη μέρα ο Γιάννης πήγε χαρούμενος στη δουλειά. Στο δρόμο για τη δουλειά άκουσε τοτηλέφωνό του να χτυπάει.

- Παρακαλώ.

- Γιάννη, απολύεσαι, του είπε με πολύ θυμό ο διευθυντής.

- Μα...

- Δεν υπάρχει μα, το μηχάνημα κόστιζε 1500 €. Αν θες να γυρίσεις στη δουλειά, φέρε ένα καινούργιο. Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης είχε χάσε τα λόγια του. [...]

Το επόμενο πρωί έκανε μία βόλτα στν πόλη περνώντας απότη δουλειά του. Τα είδε όλα κλειστά. Η πόρτα ήτανξεκλείδωτη, τα φώτα σβηστά και στο βάθος ξεχώριζε ένας άνθρωπος. Ήταν ο διευθυντής του ο οποίος δεν φαινόταν να είναι καλά. Ο Γιάννης χτύπησε την πόρτα. Ο διευθυντής του έκανε σήμα να περάσει μέσα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

- Δεν δουλεύετε σήμερα;

- Δουλεύουμε.

- Τότε γιατί δεν είναι κανείς εδώ;

- Τπυς έδιωξε το νέο μηχάνημα. Οι καφέδες του είναι απαίσιοι. Μου είπαν πως αν δεν σε ξαναέπαιρνα, θα έμενα χωρίς υπαλλήλους.

Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του Γιάννη. [...]

Άσπα

 

"Καταραμένο μηχάνημα, τώρα θα σε σπάσω!" είπε ο Γιάννης, όταν ξαφνικά χτύπησε το ξυπνητήρι του. Είχε δει ένα απαίσιο όνειρο. Είχε δει πως βρισκόταν στη δουλειά του και απολύθηκε, γιατί δεν είχε συνδέσει καλά το μηχάνημα. Ύστερα πήγε να το σπάσει. Όμως τότε χτύπησε το ξυπνητήρι. Λυπημένος, όχι μόνο γιατί είχε ένα κακό προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί στη δουλειά του, αλλά και γιατί δεν είχε προλάβει να τελειώσει το όνειρό τους, έφυγε και πήγε στη δουλειά του.Εκεί όλα ήταν φυσιολογικά. Μόνο εκείνος τους κοιτούσε όλους με καχυποψία. [...]

Σκεφτόταν μόνο τα θετικά από τη δουλειά του, Σκεφτόταν τους ανθρώπους που εξυπηρετούσε καθημερινά και τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους, όταν τους χαιρετούσε πρωί πρωί και τους πρόσφερε τον καφέ τους. Αυτοί οι άνθρωποιείχαν γίνει γίλοι τους απ' τη μια στιγμή στην άλλη. Γι' αυτό λοιπόν του άρεσε να τους κάνει χαρούμενος. Αυτό ήταν αρκετό για ν αείναι κι αυτός ευτυχισμένος!

Μυρσίνη