Κείμενα μαθητών -τριών του Στ'2
Καραγκιόζης - Κοκκινοσκουφίτσα - Μέγας Αλέξανδρος

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Αυτά τα τόσο διαφορετικά πρόσωπα συναντήθηκαν μια μέρα, κατά λάθος, σε μια μαύρη τρύπα στην οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

Ο Καραγκιόζης ήταν ο γνωστός μας χωρατατζής που μας φτιάχνει τη διάθεση και μας κάνει όλους να γελάμε.

Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι το χαζοχαρούμενο κοριτσάκι το οποίο τελικά το καταβρόχθισε ένας λύκος.

[...] Βρήκε ένα κόκκινο κουμπί και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, το πάτησε. Τελικά η μαύρη τρύπα εξαφανίστηκε και βρίσκονταν στο καφέ που είχαν πάει εξαρχής. Όλοι αναρωτιούνταν τι είχε γίνει και βρέθηκαν στη μαυρή τρύπα. Εσείς μπορείτε να φανταστείτε τι έγινε;

Γιάννος

 

[...] Οι ήρωες δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι. Και δεν ζήσανε αυτοί καλά, αλλά εμείς ζήσαμε σούπερ.

Παντελία

 

[...] Όταν τελειωσε το χιονόβροχο, χαρούμενοι και με καινούργιους φίλους, πήγε ο καθένας στη δουλειά του και όλα έγιναν όπως τα είχαν προγραμματίσει, αφού ο χρόνος έξω από το δάσος είχε παγώσει.

Διονύσης

 

[...] οι τσακωμοί ξαναξεκίνησαν και ο καημένος ο σοφός ο Μπομπ σφουγκαράκης, αν και προσπαθεί εδώ και 457 χρόνια να βρει μια λύση για να σταματήσουν να τσακώνονται, δεν το έχει καταφέρει ακόμα.

Μυρσίνη

 
Μια μικρή αστεία ιστορία για την εργασία

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Το σαββατοκύριακο που πέρασε ο πατέρας μου με έστρωσε στη δουλειά. Και τι δεν κάναμε! Πήγαμε στο σούπερ μάρκετ, στο συνεργείο και στο τέλος πλύναμε το αυτοκίνητο.. δουλειές με φούντες δηλαδή. Και επειδή του πατέρα μου δεν του αρέσει να κάνει μισές δουλειές, το πλύναμε με το χέρι. Δεν με άφησε να σηκώσω κεφάλι. Εγώ από την πολλή κούραση έχω να πω ότι η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.

Σ.

 

Τις καθημερινές δουλεύω σαν σκυλί, γιατί ο κύριός μας μας στρώνει στη δουλειά. Εμείς δεν σηκώνουμε κεφάλι όμως. Μερικοί βέβαια κάνουν δουλειές του ποδαριού. Χθες είχα δουλειές με φούντες. Ευτυχώς όμως δεν είχαμε ιστορία. Στην πραγματικότητα, είχαμε να πάμε μια εβδομάδα σχολείο, αλλά όπως λέει κι ο λαός: "Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη".

Ν.


Τόσες μέρες δούλευα σαν σκυλί για να τελειώσω μια εργασία. Αποφάσισα λοιπόν, μια και είχα πολύ λίγες ασκήσεις να κάνω, να ξεκουραστώ και να μη διαβάσω τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, όλοι ξέρουν πως η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.

Όμως, καθώς κοιμόμουν στο καλό μου κρεβατάκι, κατάλαβα πως η μέρα μου θα ήταν το χειρότερο βασανιστήριο. Θυμήθηκα πως έγραφα επαναληπτικό στην ιστορία…

Έτρεξα γρήγορα στο δωμάτιό μου, γιατί ήξερα ότι μου είχε μείνει μόνο μισή ώρα μέχρι να πάω να παίξω στη γειτονιά με τους φίλους μου. Στρώθηκα, λοιπόν, στη δουλειά, όχι μόνο επειδή ήθελα να παίξω, αλλά και γιατί ο δάσκαλός μου την επόμενη μέρα θα έβαζε τις φωνές. Θα έλεγε ότι πάντα κάνω μισές δουλειές και ότι το διάβασμα που κάνω είναι δουλειά του ποδαριού.

Είχε πια νυχτώσει. Οι φίλοι μου είχαν πια τελειώσει το παιχνίδι τους κι εγώ ήμουν ακόμα κλεισμένη στο σπίτι μου και διάβαζα. Δε σήκωνα κεφάλι απ’ το βιβλίο, αλλά δεν μπορούσα να μάθω τίποτα. Όλα τα μαθήματα που είχαμε κάνει είχαν σβηστεί απ’ το μυαλό μου. Νύστα ζα τόσο πολύ που μπέρδευα τα πάντα. Μπέρδευα τις χρονολογίες, τα πρόσωπα, αλλά και τις περιοχές που συνέβαιναν τα τόσο ενδιαφέροντα – όπως λέει ο δάσκαλος- γεγονότα.

Το διάβασμά μου διέκοψε ένα τηλεφώνημα. Ήταν μια φίλη μου. Ο διάλογος μας ήταν ο εξής:

- Μυρσίνη, γιατί δεν έπαιξες μαζί μας;

- Μα έχω δουλειές με φούντες. Διαβάζω ιστορία.

- Με δουλεύεις; Αφού έχεις μπροστά σου ολόκληρο σαββατοκύριακο.

Εγώ τότε έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Είχα μπερδευτεί και ξέχασα πως ήταν Παρασκευή και πως είχα όλο το σαββατοκύριακο για να κάνω επανάληψη. Έκλεισα το τηλέφωνο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μία ήταν η κατάλληλη αντίδραση: Μέσα στο θυμό μου πήρα το βιβλίο της ιστορίας και ...

Ξέρω, δεν θα μπορούσα να το δικαιολογήσω αυτό, αλλά δεν είχα ξανανιώσει τόσο χαρούμενη για μια πράξη μου ποτέ ξανά στη ζωή μου!!!

Μυρσίνη

 

[…] Μην της μιλάτε έτσι. Η Θεώνη έχει δουλειές με φούντες.

-  Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου! Άντε, έβγαλες και εσύ μια γλώσσα να!

Μπαίνει από τις φωνές η Ιφιγένεια, η αδερφή του διευθυντή, γελώντας.

- Κάποιος ξύπνησε με νεύρα Ηλία. Χα! Χα! Χα!

- Καλά, γέλα εσύ. Αν συνεχίσετε έτσι, θα την πληρώσετε όλες σας.

Και τραγουδάνε όλες μαζί με μια φωνή:

Κάποιος δεν ξύπνησε καλά.

Ξέχασε στο σπίτι τα μυαλά.

Κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή τη δουλειά.

Χα! Χα! Χα! Χα!

Ά.

 

[…] Όταν γύρισε, είδε όλα τα ζώα πεινασμένα. Ρώτησε το μικρό γιατί έκανε μισές δουλειές, Αυτός του απάντησε:

- Με δουλεύεις αφεντικό; Από το πρωί δεν έχω σηκώσει κεφάλι.

- Και τι έκανες δηλαδή;

- Καθόμουν και πρόσεχα τα ζώα.

- Μα εγώ σου είπα να τα ταΐσεις.

- Δεν το κατάλαβα αυτό, είπε ο μικρός.

Tο αφεντικό τον άρπαξε από το γιακά και του είπε: […]

Φώτης

 

[...] Την επόμενη μέρα, παρέδωσαν τα παιδιά τις εκθέσεις τους και ο δάσκαλος τις έλεγχε. Ξαφνικά καλεί τον Γιώργο.

«Είμαι πολύ απογοητευμένος μαζί σου» του λέει ο δάσκαλος.

«Γιατί κύριε» ρωτάει ο Γιώργος.

«Επειδή η έκθεσή σου είναι δουλειά του ποδαριού. Τα γράμματα πετάνε, δεν υπάρχουν σημεία στίξης και παράγραφοι» απάντησε ο δάσκαλος.

«Με δουλεύετε;»

«Καθόλου. Πήγαινε στη θέση σου Γιώργο Παπαδόπουλε».

«Μα εγώ είμαι ο Γιώργος Μπακόπουλος»

«Τι; Συγγνώμη για το μπέρδεμα. Γιώργο Παπαδόπουλε, έλα εδώ. Εσύ μπορείς να φύγεις Μπακόπουλε».

«Ωραία. Εμένα, που δουλεύω σα σκυλί, να μου πει ότι κάνω μισές δουλειές; Δε γίνονται αυτά τα πράγματα» σκέφτηκε ο Γιώργος.

Θοδωρής

 

Σάββατο πρωί! Η πιο χαρούμενη και ξεκούραστη μέρα της εβδομάδας! Κι όμως, μια λάθος επιλογή μπορεί να την πληρώσεις ακριβά και να μην μπορείς να σηκώσεις κεφάλι. Αυτό μου συνέβη το προηγούμενο Σάββατο.

Πρωί πρωι, ή θεία μου, η Μαίρη, με πήρε τηλέφωνο.

- Τι κάνεις αγόρι μου; Μου είπε. Μήπως μπορείς να με εξυπηρετήσεις;

- Δούλος σας, της απάντησα.

Αυτό ήταν όλο κι όλο. Μ’ έστρωσε για τα καλά στη δουλειά. Και πού δεν πήγαμε: στο σούπερ μάρκετ, στη λαϊκή, το σκυλί της βόλτα. Δουλειές με φούντες δηλαδή.

Όταν όλοι καθίσαμε το μεσημέρι στο τραπέζι, την άκουσα να λέει: «Τρώτε όλοι το φαγητό σας»

Εγώ από την κούραση δεν μπορούσα να μιλήσω. Σιγομουρμούρισα μόνο: «Καλά λένε, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη».

Αλέξανδρος

 

Συναντιούνται δύο φίλοι μετά από πολά χρόνια και συζητούν για τις δουλειές:

- Γεια σου Γιώργο! Πώς πας στη νέα σου δουλειά;

- Άσε, πού να στα λέω. Δουλεύω σαν το σκυλί.

- Πω, πω! Γιατί έτσι;

- Να, έχουμε ένα νέο διευθυντή πολύ σκληρό. Μας στρώνει στη δουλειά. Γινόμαστε αναγκαστικά δούλοι του.

- Και τι δουλειά είναι αυτή;

- Τώρα είμαι λογιστής. Δεν είναι και η καλύτερη δουλειά.

- Έχεις δίκιο. Κάνεις κάτι που να σε ευχαριστεί σ' αυτή τη δουλειά;

- Για να λέμε την αλήθεια, όχι. Αφού να φανταστείς, δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι. Άμα σε ακούσει ο διευθυντής, αμέσως θα σου βάλει τις φωνές και θα σου αφαιρέσει 100 ευρώ από το μισθό σου.

- Τώρα που το έφερε η κουβέντα, παίρνεις καλό μισθό;

- Τώρα ναιθ. Τους πρώτους τρεις μήνες, όχι.

- Γιατί;

- Εϊναι μεγάλη ιστορία.

- Πες τη μου.

- Καλά. Ήταν απόγευμα και εγώ, καθώς είχα τελειώσει τη δουλειά, έπρεπε να πάω κάποια τυπωμένα χαρτιά στον διευθυντή. Εκείνη την ώρα μέσα στο γραφείο του ήταν κι άλλος ένας διευθυντής και συζητούσαν για το οικονομικό θέμα.

- Και μετά τι έγινε;

- Εγώ, περίεργος καθώς ήμουν, έκατσα έξω από την πόρτα και τους κρυφάκουγα. Τότε, άκουσα να λένε ότι απ' όλους τους υπαλλήλους είχαν κόψει 500 ευρ'ω από το μισθό τους. Ακριβώς εκείνη τη στιγμη έσκισα τα χαρτιά και τα πέταξα κάτω χωρίς μετά να τα μαζέψω.

- Και πώς τον ανάγκασες να σου δώσει πίσω τα λεφτά;

- Μη βιάζεσαι, θα σου πω. Την επόμενη μέρα, λοιπόν, λίγο πριν έρθει ο διευθυντής, πρόλαβα και είπα σοτυς υπόλοιπους υπαλλήλους αυτά που άκουσα. Αφού κατάλαβαν όλοι ότι μας δούλευε, αποφασίσαμε να τον κοροϊδέψουμε κι έμεις. Μπήκε μέσα και κοίταξε αν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Αλλά έμεις κάναμε μισές δουλειά.

Τότε μας έφερε κι άλλα πολλά χαρτιά για να τα φτιάξουμε. Εγώ απάντησα "Σε δουλειά να βρισκόμαστε, κύριε". Με κοίταξε άγρια και με ρώτησε γιατί το είπα αυτό. Του απάντησα πολύ ψύχραιμα ότι δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω εδώ. Εξοργισμένος έβαλε τις φωνές. Ένας γείτονας χωρίς να χάσει ευκαιρία τον βιντεοσκοπούσε. Ο διευθυντής του είπε πολύ άγρια να κοιτάζει τη δουλειά του. Βρήκα, λοιπόν, την ευκαιρία να του πω ξεκάθαρα: "Δεν θα είχαμε κάνει δουλειά του ποδαριού, αν μας είχατε δώσει ολόκληρο το μισθό μας". Όλοι τον κοιτάζαμε αγριεμένα.

Ο διευθυντής αναγκάστηκε να μας αυξήσει το μισθό. Όμως η δουλειά έγινε ακόμα πιο σκληρή.

- Φοβερή ιστορία! Ευτυχώς για μένα η δουλειά είναι εύκολη.

- Είσαι τυχερός.

- Ναι, πολύ. Τώρα πάω για μεσημεριανό. Θα τα πούμε μετά. Καλό μεσημέρι!

- Γεια, καλό μεσημέρι!

Άσπα

 
Μια δική μας ιστορία

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Πίνακας, χαρά, στιγμές, ξενοδοχείο, παράθυρα, παρέα, απόσταση, σφύριγμα - ευτυχίας, σπιτιών, αναπνοής, τρένου, τριών αστέρων, νίκης, ζωγραφικής, φίλων. Συνδυάζουμε τις λέξεις και τις χρησιμοποιούμε σε μία δική μας ιστορία.

Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια παρέα τριών φίλων, επισκέφτηκε το ξενοδοχείο τριών αστέρων όπου δούλευα. Εκείνη τη στιγμή τη θυμάμαι σαν να έγινε χτες, αν και συνέβη πριν δύο χρόνια.

Καθόμουν και κοίταζα έξω από το μικρό παράθυρο του ξενοδοχείου, όταν άκουσα το σφύριγμα του τρένου. Απο εκείνο κατέβηκε μια παρέα τριών φίλων και μου είπε ότι είχα κερδίσει το βραβείο του καλύτερου πίνακα ζωγραφικής. Εγώ τότε θυμήθηκα ότι είχα πάρει μέρος σε ένα διαγωνισμό ζωγραφιάς. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα είχα κερδίσει. Ύστερα, οι τρεις φίλοι έφυγαν και μου είπαν ότι θα ξανάρθουν για να μου δώσουν το βραβείο μου.

Η χαρά μου γι' αυτή τη νίκη ήταν τεράστια. Εγώ ήξερα ότι όποιος κέρδιζε το βραβείο, κέρδιζε 3.000.000 €. Έτσι, λοιπόν, δεν θα χρειαζόταν να δουλευω στο ξενοδοχείο. Αν έπαιρνα τόσα εκατομμύρια, θα είχα το δικό μου ξενοδοχείο και άλλοι θα δούλευαν για μένα. Αποφάσισα τότε να παραιτηθώ.

Αφού δεν εργαζόμουν πια, πήγα στο σπίτι μου και περίμενα την παρέα των τριών φίλων να έρθει. Καθώς θαύμαζα τη θέα απ' το παράθυρο του σπιτιού μου, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και παρέλαβα το βραβείο μου. Όμως, μου φαινόταν κάπως περίεργο. Ήταν ένα τεράστιο, μακρόστενο αντικείμενο τυλιγμένο. Όμως, δεν ανησυχούσα. Πίστεψα πως μέσα του υπήρχαν χρήματα.

Μόλις αποφάσισα να το ανοίξω, ήταν για μένα μια στιγμή γεμάτη ευτυχία. Βρισκόμουν σε απόσταση αναπνοής απ' το να γίνω εκατομμυριούχος. Μετά από εκείνο το σημείο δεν θυμάμαι τίποτα... μόνο τους τρεις φίλους πάνω απ' το κεφάλι μου, να με ρωτάνε αν είμαι καλά. Μου εξήγησαν πως είχα λιποθυμήσει. Μετά έφυγαν.

Καθώς πέρασαν λίγες μέρες, θυμήθηκα τι είχε συμβεί: Μόλις άνοιξα το βραβείο, κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά μόνο ένας πίνακας. Ύστερα διάβασα ένα χαρτάκι που έλεγε: "Αυτό το βραβείο απονέμεται στον 25ο νικητή του διαγωνισμού". Δεν ήμουν πρώτη. Δεν θα γινόμουν εκατομμυριούχος.

Τώρα, δύο χρόνια αργότερα, θυμάμαι αυτό το γεγονός και γελάω με αυτό που έπαθα, αλλά συγχρόνως κλαίω, γιατί τώρα πια δεν έχω ούτε δουλειά ούτε τα εκατομμύρια που ονειρευόμουν. Έχω μόνο ένα πίνακα.

Μυρσίνη

 

Μια μέρα, μία παρέα φίλων, που ήθελαν να ηρεμήσουν από τους θορύβους της πόλης, διάλεξε ένα χωριουδάκι στην ύπαιθρο και ένα ξενοδοχείο που πρόσφατα είχε πάρει τρία αστέρια, για τις υπηρεσίες και τις ανέσεις που προσέφερε.

Η δουλειά των δύο από τους έξι φίλους ήταν να σκαρφαλώνουν σε παράθυρα σπιτιών, να τα ανοίγουν, να μπαίνουν μέσα στα σπίτια και να παίρνουν πολύτιμα αντικείμενα. Δηλαδή με δύο λέξεις, ήταν κλέφτες. Οι υπόλοιποι της παρέας νόμιζαν ότι ήταν λογιστές και πως ήρθαν σ' εκείνο το ξενοδοχείο για να ζήσουν στιγμές ευτυχίας. Όμως ο πραγματικός λόγος ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής που φιλοξενούσε το ξενοδοχείο λόγω μίας έκθεσης ζωγραφικής. Φυσικά και οι δύο κλέφτες ήθελαν να τον αρπάξουν. Όμως τον φιλούσαν κάτι μερόνυχτα δύο δίμετροι άντρες με μεγάλες πλάτες και τεράστια χέρια.

Οι μέρες περνούσαν μέχρι που ήρθε η μέρα της αναχώρησης. Οι δύο κλέφτες είχαν μόνο τρεις ώρες μέχρι το τρένο να δώσει το σύνθημα της αναχώρησης, ένα σφύριγμα. Οι κλέφτες έπρεπε να σκεφτούν ένα σχέδιο. Τελικά, έπειτα από μία ώρα σκέψης, το βρήκαν. Πήραν βελάκια που τις άκρες τους τις πότισαν με δηλητήριο και τα έριξαν στους φρουρούς πισώπλατα. Οι "γορίλες" έπεσαν κάτω και ο πίνακας βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής. Η χαρά της νίκης είχε ζωγραφιστεί στα πρόσωπα των κλεφτών. Ξαφνικά κάτι τους χτύπησε στο κεφάλι και έπεσαν και οι δύο αναίσθητοι.

Έπειτα από τρεις ώρες βρίσκονταν μλεσα σ' ένα τρένο, αλλά όχι μεσά σ' αυτό με το οποίο έπρεπε να γυρίσουν, αλλά σ' ένα που κατευθυνόταν προς το Αλκατράζ, την αγαπημένη τους φυλακή. Καθώς από εκεί είχαν δραπετεύσει άνετα πέντε φορές: Δύο φορές τους εμπόδισαν μερικοί φύλακες, αλλά ξέφυγαν και τρεις φορές λίγο πιο δύσκολα. Όμως μόλις έφτασαν στο κελί τους, τους περίμενε μία έκπληξη. Το κελί δεν είχε μία, αλλά πέντε πόρτες και όλες δεν είχαν κλειδαριά,  καθώς τις έλεγχε ένας τύπος με τεράστια χέρια. Πώς τις έλεγχε; Έβαζε και τις δύο παλάμες του σε μια οθόνη, η οθόνη τις σκάναρε και τότε άνοιγε η μία πόρτα.

Μάλλον θα ήταν λιγάκι πιο δύσκολο, απ' ό,τι συνήθως, να δραπετεύσυν.

Θοδωρής

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό βασίλειο της Καράμπα, του οποίου η πρωτεύουσα παλιορκούνταν από τους Χιλικουνούς, γεννήθηκε ένα αγόρι το οποίο θα έσωζε την πατρίδα του. Ήταν 17 Απριλίου του 1795.

15 χρόνια μετά:

Είναι πέντε το πρωί, 17 Απριλίου του 1810. Με το σφύριγμα του εχθρικού τρένου, οι Καραμπιανοί ορμούν προς τους Χιλικουνούς την ώρα που οι γραμμές του τρένου ανατινάζονται. Οι Χιλικούνοι αιφνιδιάζονται και ακολουθεί μάχη. Οι Καραμπιανοί βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τη νίκη.

Ύστερα από αυτή την ιστορική μάχη, χιλιάδες πίνακε ζωγραφικής αφιερώνονται στους Καραμπιανούς. Στιγμές ευτυχίας ακολουθούν στο καραμπιανό στρατόπεδο. Οι χαρές της νίκης διαδίδονται σε όλο το βασίλειο. Παρέες φίλων βγαίνουν στην πρωτεύουσα να πανηγυρίσουν τη νίκη που οδήγησε τους Χιλικούνους σε υποχώρηση. Ξενοδοχεία, μαγαζιά και σπίτια χτίζονται. Νέες ιδέες για παράθυρα σπιτιών υλοποιούνται. Επιχειρηματίες επενδύουν στο βασίλειο και σε τριών αστέρων ξενοδοχεία μένουν οι πλούσιοι τα καλοκαίρια.

Κ.

 

[...] Όταν πλέον το φορτίο έφτασε, μια περέα φίλων πήγε κοντά για να δει καλύτερα το έργο τέχνης. Ήταν η διάσημη "Μέδουσα" του Καραβάτζιο! Τα παιδιά άρχισαν να κάνουν πολλές ερωτήσεις στους μεταφορείς, με αποτέλεσμα να μην προσέξουν ότι υπήρχε μια λακούβα μπροστά. Η "Μέδουσα" εκτοξεύτηκε στον αέρα και βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από το έδαφος. Ευτυχώς ο Σούπερμαν εμφανίστηκε σαν αστραπή και έσωσε το αριστούργημα του διάσημου καλλιτέχνη.

Όλοι ένιωσαν ανακουφισμένοι και έζησαν στιγμές ευτυχίας. Άλλοι κοίταζαν από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Επίσης, έγιναν και αγώνες δρόμου με έπαθλο την αηδιαστική "Μέδουσα" και φυσικά η χαρά της νίκης του αθλητή ήταν μεγάλη.

Γιάννος

 

Προχθές είδα ένα τρομερό όνειρο. Υποτίθεται ότι ήμουν σε ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων. Εκεί ζούσαμε στιγμές ευτυχίας, αφού πήραμε μεγάλη χαρά από τη νίκη μας στο παγκόσμιο πρωτάθλημα μπάσκετ και είμαστε σε απόσταση αναπνοής από την κατάκτηση του κυπέλλου. Στη γειτονιά όλοι μας κοιτούσαν από τα παράθυρα των σπιτιών τους για το τέλειο πάρτι που κάναμε.

Τότε, έρχεται μια μεγάλη παρέα φίλων και μας ρώτησαν αν μπορούσαν να έρθουν στο πάρτι. Όταν τελειώσε το πάρτι, είδαμε πίνακες ζωγραφικής κατεστραμμένους. Ακόμα και το καθιστικό είχε καταστραφεί από τα αναψυκτικά. Όμως ξαφνικά ξύπνησα από ένα διαπεραστικό σφύριγμα τρένου στη γειτονιά.

Διονύσης

 

Σήμερα το πρωί, εκεί που κοιμόμουν σαν πουλάκι, ένα σφύριγμα τρένου με ξύπνησε. Άνοιξα το παράθυρο του σπιτιού μου και τι να δω; Μια παρέα φίλων που ζωγράφιζαν σε πίνακες ζωγραφικής και σφύριζαν δυνατά. Τους είπα να φύγουν, αλλά ήταν πολύ αγενείς και δεν έφευγαν. Έτσι, αποφάσισα να πάω να κοιμηθώ σ' ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων. Το ξενοδοχείο ονομαζόταν "Στιγμές ευτυχίας" και ανακουφίστηκα, επειδή θα κατάφερνα επιτέλους να κοιμηθώ. Μα εκεί που νόμιζα η χαρά της νίκης με είχε πλημμυρίσει, άκουσα φωνές, τύμπανα και γενικά εκκωφαντική φασαρία που προέρχονταν από απόσταση αναπνοής απ' το δωμάτιό μου. Εγώ, μη θέλοντας να χάσω τον ύπνο μου, έφυγα από το ξενοδοχείο και πήγα να κοιμηθώ στη θεία μου. Όμως η ώρα είχε φτάσει 2:00 μ.μ. και κατάλαβα ότι έχασα εντελώς τον ύπνο μου.

Αλέξανδρος

 

Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό. Η ζωγράφος Κάρλα Μανέα καθόταν μπροστά στο παράθυρο του σπιτιού της και σκεφτότανε. Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Εκείνες τις ημέρες γινόταν ένας διαγωνισμός για πίνακες ζωγραφικής και αποφάσισε να λάβει μέρος. Δεν ήξερε όμως τι να ζωγραφίσει. Μετά όμως της ήρθε μια ιδέα πολύ πρωτότυπη: Να ζωγραφίσει την παρέα των φίλων της.

Την επόμενη μέρα κιόλας έφυγε για τη Βιέννη όπου γινόταν ο διαγωνισμός. Οι διοργανωτές του διαγωνισμού της είχαν κλείσει ένα δωμάτιο σ' ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων.

Την επόμενη μέρα ήταν ο διαγωνισμός. Η Κάρλα ήταν πολύ αγχωμένη. Τελικά, όμως, βγήκε πρώτη. Ένιωθε πολύ έντονα τη χαρά της νίκης. Όμως τότε, ακούστηκε ένα σφύριγμα του τρένου που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής απ' το χώρο που γινόταν ο διαγωνισμός. Στο δρόμο για το γυρισμό σκεφτότανε τις στιγμές ευτυχίας που έζησε εκεί και τις έμειναν αξέχαστες. Όταν έφτασε πίσω στην πόλη τους, ένιωθε απερίγραπτη χαρά.

Θένη

 
Αν ήμουν Βεδουΐνος

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Επειδή ζω στην έρημο, δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα. Ευτυχώς όμως υπάρχουν και οι οάσεις που μας δροσίζουν. Εγώ απασχολούμαι κυρίως με την κτηνοτροφία. Υπάρχουν όμως και πολλοί γεωργοί στην έρημο. Εδώ τα ζώα έχουν μέτριες ανάγκες σε νερό, οπότε περισσεύει περισσότερο για μας. ΕΠίσης, οι καιρικές συνθήκες είναι ακραίες. Το πρωί μπορεί να έχει 70 βαθμούς κελσίου, ενώ το βράδυ 0. Είναι δύσκολο να είσαι βεδουΐνος.

Θένη

 

Αν ήμουν Βεδουΐνος θα ζούσα σε μια σκηνή με την οικογένειά μου και τα αδέρφια μου. Η ασχολία που θα είχαμε πρωί και μεσημέρι ήταν να εκτρέφουμε τα αιγοπρόβατα και τις καμήλες. Για να βρω νερό και τροφή θα περπατούσα πολλά χιλιόμετρα, όπως όλοι οι Βεδουΐνοι. [...]

Φώτης

 

[...] Θα έπαιρνα γάλα και κρέας για να φάω και δέρμα και μαλλί για τα ρούχα μου. Το μεταφορικό μου μέσο θα ήταν οι καμήλες. Κάθε μέρα θα έκανα πολλά χιλιόμετρα για νερό και για διάφορους άλλους καρπούς. [...]

Άσπα

 

Η ζωή στην έρημο είναι πάρα πολύ δύσκολη. Το πρωί πρέπει να ξυπνάμε νωρίς, ώστε το μεσημέρι να έχουμε ελεύθερο χρόνο για να μην πάθουμε κάτι από τον ήλιο. [...]

Διονύσης

 

Είμαι ένα Βεδουΐνος από τη Σαχάρα. Εδώ στην έρημο δεν υπάρχουν σχολεία, όπως σε άλλους τόπους, γι' αυτό εγώ εργάζομαι ως γεωργός. Η ζωή εδώ είναι πολύ δύσκολη. Να πώς είναι μία ημέρα μου...

Το πρωί ξυπνάω και πηγαίνω κατευθείαν να δουλέψω, πάντα φορώντας ανοιχτόχρωμα ρούχα και καλύπτοντας το πρόσωπό μου. Το μεσημέρι, όταν δηλαδή τελειώσω τη δουλειά, έχει υπερβολική ζέστη, γύρω στους 70 βαθμούς κελσίου. Τότε, περπατώ χιλιόμετρα μακριά, μέχρι να βρω μια όαση και να μπορέσω να πιώ νερό. Αργότερα, βοηθώ τον αδερφό μου που είναι κτηνοτρόφος. Η θερμοκρασία τότε αρχίζει να πέφτει. Πολλές φορές πέφτει κάτω από τους 0 βαθμούς κελσίου. Έτσι, αναγκαζόμαστε να επιστρέψουμε στην καλύβα που μένουμε και να περιμένουμε το ξημέρωμα της επόμενης μέρας.

Μυρσίνη

 

Το πρωί όταν σηκώθηκα πήγα, ήπια το γάλα μου και ντύθηκα. Μετά πήγα μαζί με τον παππού στα πρόβατα. Μόλις γυρίσαμε γιαν να φάμε, φάγαμε αρνάκι ψητό. Αυτό το φαγητό είναι το αγαπημένο μου. Κοιμήθηκα για 3 ώρες και μετά πήγα μαζί με τους φίλους μου να παίξουμε και μετά, κάπου στις 10 παρά, πήγα για ύπνο.

Ν.

 
Φιλία

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

[...] κι ελπίζουμε η φιλία μας να κρατήσει για πάντα. Ελπίζω να σας έπεισα ότι είναι ένα πολύ καλό παιδί και ότι είναι πολύ ξεχωριστή φίλη μου. Σας θέτω λοιπόν το ερώτημα: "Θα με αφήσετε να μείνω μαζί της;"

Μυρσίνη

 

[...] Αυτό που μου αρέσει πολύ είναι πως μαζί περνάμε πάντα χαρούμενες στιγμές και συζητάμε τα προβλήματά μας ή πράγματα που μας απασχολούν.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι πραγματική φίλη και δεν θ' αφήσω να χάσω αυτήν τη φιλία ποτέ.

Α.

 

[...] Πιστεύω πως η ..... είναι η καλύτερη φίλη που θα μπορούσε να έχει ένα παιδί.

Παντελία

 

[...] Αισθάνομαι ωραία που γνώρισα ένα τέτοιο παιδί με το οποίο έχουμε αρκετά κοινά και περνάμε ωραία.

Παναγιώτης

 
<< Start < Prev 1 2 3 4 5 6 7 Next > End >>

Page 3 of 7