Κείμενα μαθητών -τριών του Στ'2
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Οι πολιορκημένοι είχαν ελεύθερο πνεύμα και πολεμούσαν για την ελευθερία τους.

Ν.

 

Η ψυχή τους ήταν ελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα τους πολιορκούσαν οι Τούρκοι. Ο άνθρωπος πρέπει να νικάει τους φόβους.

Παντελία

 

Οι κάτοικοι του Μεσολογγίου, παρόλο που πολιορκούνταν, η ψυχή και το πνεύμα τους ήταν ελεύθερο. Πάλεψαν μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο και γι' αυτό πιστεύω ότι αξίζει εις μνήμην τους να διαβάζουμε το ποίημα αυτό.

Σ.

 
Το μηχάνημα

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ένα ηλιόλουστο πρωί ο Γιάννης ο καφετζής, καθώς ετοίμαζε τους φραπέδες που είχαν παραγγείλει οι πελάτες του, είδε ένα μεγαλούτσικο φορτηγό. Αναρωτιόταν τι να είχε μέσα. 'Εκπληκτος όμως είδε το χειρότερο εχθρό του. Ήταν το μηχάνημα που φτιαχνει καφέδες και αναψυκτικά με ένα μόνο πάτημα του κουμπιού.

Το μηχάνημα τον κοιτούσε με το κίτρινο λαμπάκι και η σχισμή στην οποία έβαζες τα δίφραγκα ήταν σαν να έλεγε: "Τελείωσες". Ο Γιάννης γούρλωσε τα μάτια. Αφού πέρασε το μηχάνημα από μπροστά του είπε: "Αυτό σημαίνει πόλεμο". Αμέσως έσπευσε να ανέβει τα σκαλιά. Μα η προσπάθεια ήταν μάταιη. Τον πρόλαβε το μηχάνημα. Είχε ήδη δώσει τα αναψυκτικά στους υπαλλήλους. Ο Γιάννης έτρεξε να πάρει παραγγελίες, μα κανείς δεν τον χρειαζόταν πια. Η δουλειά του είχε λιγοστέψει, έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να το εξοντώσει. Όμως δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό, αλλά τελικά βρήκε τη λύση. Όταν δεν πήγαινε κανείς στο μηχάνημα, τσαλάκωνε χαρτάκια και τα έκανε μπαλάκια, ώσπου βούλωνε η τρύπα όπου έριχναν τα δίφραγκα. Έτσι το μηχάνημα δεν λειτουργούσε. [...]

Την άλλη μέρα τον βρήκαν και τον συνέφεραν. Το μηχάνημα είχε νικήσει.

Αφού ο Γιάννης δεν μπορούσε να νικήσει το μηχάνημα, έγινε φίλος του. Πήγε και αγόρασε το μηχάνημα. Έτσι και δεν κουραζόταν και είχε πολλά κέρδη.

Νίκος

 

Καθώς έπαιρνε το εργαλείο για να καταστρέψει το μηχάνημα, άκουσε έναν περίεργο θόρυβο που τον φόβισε. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε όλα οτυ τα εργαλεία και κρύφτηκε.

- Μα καλά! Τι ήταν αυτό; είπε. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή. Ήταν η καθαρίστρια που την έλεγαν Σοφία.

- Ααααα! Τι έγινε; Ποιος πείραξε το μηχάνημα; Πω πω, και πώς θα το φτιάξω τώρα, δεν έχω ιδέα.

Ο καφετζής άρχισε να φεύγει σιγά σιγά. Να όμως που του έπεσαν τα εργαλεία κι έτσι η κ. Σοφία τον άκουσε.

- Αχα! Σε τσάκωσα. Καλά το κατάλαβα. Θέλεις να καταστρέψεις το μηχάνημα. [...]

Παντελία

 

[...] Ξαφνικά βλέπει το μηχάνημα να έρχεται προς αυτόν λέγοντας: "Αύριο θα χάσεις τη δουλειά σου! Χα χα χα! Φτιάχνω πιο γρήγορα τους καφέδες. Ο Γιάννης πετάχτηκε από τον καναπέ. Τρομαγμένος καθ'ως ήταν, πήρε τα κλειδιά του γραφείου και κατευθύνθηκε προς αυτό. Μόλις μπήκε μέσα, πήρε μια καρέκλα και την πέταξε πάνω αστο μηχάνημα καταστρέφοντάς το.

- Χα, είπε ο Γιάννης, τώρα θα δούμε ποιος από τους δυο μας θα φυγεί αύριο.

Την επόμενη μέρα ο Γιάννης πήγε χαρούμενος στη δουλειά. Στο δρόμο για τη δουλειά άκουσε τοτηλέφωνό του να χτυπάει.

- Παρακαλώ.

- Γιάννη, απολύεσαι, του είπε με πολύ θυμό ο διευθυντής.

- Μα...

- Δεν υπάρχει μα, το μηχάνημα κόστιζε 1500 €. Αν θες να γυρίσεις στη δουλειά, φέρε ένα καινούργιο. Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης είχε χάσε τα λόγια του. [...]

Το επόμενο πρωί έκανε μία βόλτα στν πόλη περνώντας απότη δουλειά του. Τα είδε όλα κλειστά. Η πόρτα ήτανξεκλείδωτη, τα φώτα σβηστά και στο βάθος ξεχώριζε ένας άνθρωπος. Ήταν ο διευθυντής του ο οποίος δεν φαινόταν να είναι καλά. Ο Γιάννης χτύπησε την πόρτα. Ο διευθυντής του έκανε σήμα να περάσει μέσα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

- Δεν δουλεύετε σήμερα;

- Δουλεύουμε.

- Τότε γιατί δεν είναι κανείς εδώ;

- Τπυς έδιωξε το νέο μηχάνημα. Οι καφέδες του είναι απαίσιοι. Μου είπαν πως αν δεν σε ξαναέπαιρνα, θα έμενα χωρίς υπαλλήλους.

Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του Γιάννη. [...]

Άσπα

 

"Καταραμένο μηχάνημα, τώρα θα σε σπάσω!" είπε ο Γιάννης, όταν ξαφνικά χτύπησε το ξυπνητήρι του. Είχε δει ένα απαίσιο όνειρο. Είχε δει πως βρισκόταν στη δουλειά του και απολύθηκε, γιατί δεν είχε συνδέσει καλά το μηχάνημα. Ύστερα πήγε να το σπάσει. Όμως τότε χτύπησε το ξυπνητήρι. Λυπημένος, όχι μόνο γιατί είχε ένα κακό προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί στη δουλειά του, αλλά και γιατί δεν είχε προλάβει να τελειώσει το όνειρό τους, έφυγε και πήγε στη δουλειά του.Εκεί όλα ήταν φυσιολογικά. Μόνο εκείνος τους κοιτούσε όλους με καχυποψία. [...]

Σκεφτόταν μόνο τα θετικά από τη δουλειά του, Σκεφτόταν τους ανθρώπους που εξυπηρετούσε καθημερινά και τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους, όταν τους χαιρετούσε πρωί πρωί και τους πρόσφερε τον καφέ τους. Αυτοί οι άνθρωποιείχαν γίνει γίλοι τους απ' τη μια στιγμή στην άλλη. Γι' αυτό λοιπόν του άρεσε να τους κάνει χαρούμενος. Αυτό ήταν αρκετό για ν αείναι κι αυτός ευτυχισμένος!

Μυρσίνη

 
Παρουσίαση ιστοσελίδας

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Άσπα, Ν.

Αλέξανδρος, Σ.

Νίκος, Φώτης

Θοδωρής, Παναγιώτης

Αλέξανδρος, Γιάννος, Διονύσης

 
Σκύλοι με παρέες

Πέμπτη  9 Ιανουαρίου 2014

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πολύ καλός σκύλος. Δεν γάβγιζε, δεν ζητούσε πολύ φαγητό και δεν έφερνε ξυλάκια αλλά ολόκληρα κούτσουρα για το τζάκι. Ήταν ο Ντάριους.

Μια μέρα όμως ο Ντάριους άλλο, πήρε την οικογένειά του και έφυγε. Ο ιδιοκτήτης του έπεσε σε κατάθλιψη. Ο Ντάριους απ' την άλλη περνούσε πολύ ωραία. Πήγε να ζήσει μες στο δάσος. Εκεί χώρισαν τις δουλειές. Αυτός έφτιαξε μια σκηνή από ξύλα, η γυναίκα του πήρε έναν πυρόλιθο και λίγο ατσάλι και μαγείρευε τα ζώα που έπιανε ο Ντάριους. Στο δάσος βρήκαν και δύο μικρά σκυλιά. Ήταν ετοιμοθάνατα από την πείνα και τα μάζεψαν. Το ένα ήταν μαύρο και το άλλο μαύρο-πορτοκαλί, σαν τον Ντάριους.

Δεν ήταν αρκετά ψηλό σκυλί, έτσι ώστε κατάφερε να τρυπώσει σε μια σπηλιά. Βγήκε από την άλλη μεριά και βρέθηκε σε ένα σπίτι με μια αυλή, μαύρους τοίχους απ΄τη μούχλα,σπασμένα φώτα και καρέκλες. Ήταν εγκαταλελειμμένο. Εκεί μέσα βρήκε μια γάτα σε άθλια κατάσταση, την πήρε μαζί, της έδωσε φαγητό και τώραι είναι το κατοικίδιο της οικογένειας. Πήγε ξανά στο σπίτι αφήνοντας κόκαλα για να μη χαθεί.

Η ιστορία του σπιτιού ήταν σπουδαία. Κάποτε ζούσε εκεί...

[...] Η γειτονιά είχε εκεί ένα "τερατόσπιτο", επειδή εκεί έμεναν δύο γέροι που δεν ήθελαν να ακούγεται κιχ και μόλις άκουγαν κάτι, έβγαιναν και φώναζαν. [...]

Παναγιώτης

 
Μια τρελή ιστορία με τα επίθετα σε -ης, -ης, -ες.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Σε ένα πολυτελές σπίτι αποφάσισε να μείνει η οικογένεια Δεντρόσπιτου. Η κυρία Δεντρόσπιτου, μόλις μπήκε μέσα άρχισε να παραπονιέται για τις διαφανείς κουρτίνες, ενώ ο κύριος Δεντρόσπιτος άνοιξε την τηλεόραση για να δει τον διεθνή ποδοσφαίρου. Τα δύο παιδιά τους είχαν έναν συνεχή καβγά για το χρώμα του δωματίου τους. Ο Ρο ήθελε μπλε σκούρο, ενώ ο Φι ήθελε πράσινο σκούρο. Τελικά οι γονείς τους τους το έβαψαν πράσινο. Παρόλο που δεν άρεσε στον Ρο, το έβαψαν έτσι γιατί ταίριαζε με τα αειθαλή δέντρα ποου φαίνονταν από το παράθυρο. Τελικά αποφάσισαν να αλλάξουν σπίτι διότι είχε πολλά προβλήματα.

Άσπα

 

Σε εκατό χιλιάδες χρόνια η Ελλάδα θα γίνει η χώρα με τα περισσότερα πλούτη. Οι διαρκείς συναλλαγές εμπορευμάτων με την Κίνα θα αυξήσουν το μέγεθος της οικονομίας της. Έτσι, θα χτίσει πολυτελή γήπεδα, τεράστια εργοστάσια και πανύψηλα κτίρια. Τηλεοράσεις 170 ιντσών θα υπάρχουν σε κάθε σπίτι. Σε αυτές οι Έλληνες θα βλεπουν τους διεθνείς παίχτες του μπάσκετ να κατακτούν πρωταθλήματα και κύπελλα. Εκείνη την εποχή τα παπούτσια των παιχτών θα είναι διαφανή και το διαρκές χειροκρότημα των θεατών θα γεμίζει την ατμόσφαιρα.

Θοδωρής

 

Μια φορά κι έναν καίρο ήταν ένα διαφανές τζάμι. Το τζάμι ήταν συνεχώς βρόμικο. Αυτό συνέβαινε επειδή η καθαρίστρια ήταν πολύ επιεικής με τις ακαθαρσίες. Ήταν λες και είχε ένα διαρκές εισιτήριο στον κόσμο της βρόμας. Ξαφνικά, μια μέρα το τζάμι άρχισε να διαμαρτύρεται. Η καθαρίστρια έκανε ότι δεν το άκυγε αλλά, τελικά, το καθάρισε. Το τζάμι έγινε διεθνούς φήμης και αρκετά πολυτελές κι έτσι έζησε αυτό καλά και εμέις χειρότερα λόγω της οικονομικής κρίσης.

Θένη

 

Η οικογένεια Σπιτόγατου επισκέφθηκε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στο Ντουμπάι. Μέσα στο ξενοδοχείο διεξάγονταν συνεχείς ομίλιες ανάμεσα στους ανθρώπους. Η τηλεόραση και δορυφορικό σήμα και έτσι παρακολουθήσανε τον διεθνή αγώνα μπάσκετ. Η οικογένεια ήταν επιεικής και με τις δύο ομάδες. Το ξενοδοχείο είχε μεγάλα και διάφανα τζάμια. Η θέα ήταν μαγευτική. Το απόγευμα πήγαν στο δάσος όπου υπήρχαν αειθαλή δέντρα.

Φώτης

 
<< Start < Prev 1 2 3 4 5 6 7 Next > End >>

Page 4 of 7